Διονύσιος
Σολωμός
Ο Διονύσιος Σολωμός
γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1798, φυσικό τέκνο του πλούσιου άρχοντα Νικόλαου
Σολωμού και της Αγγελικής Νίκoλη,
γυναίκας του λαού, που δούλευε στο σπίτι του Kόντε.
Ο κόντες φρόντισε ώστε τα παιδιά του, Διονύσιος και Δημήτριος, να μεγαλώσουν
πλουσιοπάροχα και να λάβουν ιταλική μόρφωση, σύμφωνα με το συνήθειο της εποχής
για την αριστοκρατία. Ο Σολωμός έμεινε ορφανός από πατέρα σε μικρή ηλικία, όμως
το μερίδιο της περιουσίας που κληρονόμησε του επέτρεψε να συνεχίσει τις σπουδές
του.
Το 1808, σε ηλικία 10 ετών,
ο Σολωμός μεταβαίνει στην Ιταλία μαζί με τον Ιταλό δάσκαλό του, ιερωμένο Don Santo Rossi. Φοιτά
στο λύκειο της Κρεμόνας και στο Πανεπιστήμιο της Παβίας (1815-1818). Το 1818
επιστρέφει στη Ζάκυνθο. Ο Σολωμός γράφει τα πρώτα του ποιήματα στα ιταλικά. Όμως
μετά από προτροπή του Σπυρίδωνος Τρικούπη, αποφασίζει να γράψει στα ελληνικά. Αρχίζει
να μελετά τα δημοτικά τραγούδια, και την κρητική ποίηση. Τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ
της δημοτικής, της φυσικής γλώσσας του λαού, η οποία πρέπει να καλλιεργηθεί για
να συμβάλλει στον διαφωτισμό του γένους.
Το
ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821 συγκλονίζει τον ποιητή. Τον Μάιο του 1823,
σ’έναν μόνο μήνα, γράφει τις 158 στροφές του Ύμνου εις την Ελευθερία, και καθιερώνεται αμέσως. Ο 25χρονος ποιητής
περιγράφει την Ελευθερία, μορφή αλληγορική και απτή συνάμα: «Σε γνωρίζω από την
κόψη του σπαθιού την τρομερή/ Σε γνωρίζω από την όψη που με βιά μετράει τη γη».
Στο ποίημα αυτό εξιστορούνται τα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς των Ελλήνων κάτω από
τον τουρκικό ζυγό, καθώς και τα κατορθώματα του εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα των
Ελλήνων. Το ποίημα έχει τεράστια απήχηση και μεταφράζεται σε πολλές γλώσσες. Το
1824 γράφει τον Διάλογο, ένα πεζό,
που παρουσιάζει με γλαφυρό τρόπο τις απόψεις του Σολωμού για την δημοτική
γλώσσα. Το μοναδικό άλλο του πεζό έργο είναι η Γυναίκα της Ζάκυνθος, έργο ξεχασμένο μέχρι και πρόσφατα. Το 1826
γράφει τον Λάμπρο, τον οποίο δεν
ολοκλήρωσε ποτέ, και την Φαρμακωμένη.
Στα τέλη
του 1828 ο Σολωμός μετακομίζει στη Κέρκυρα. Εκεί, ανάμεσα σε άλλους, γνωρίζει
και τον Νικόλαο Μάντζαρο, ο οποίος αργότερα μελοποίησε και τον Εθνικό Ύμνο. Το
1833, ο Σολωμός γράφει τον Κρητικό, έργο
που παρέμεινε ανολοκλήρωτο. Το ποίημα όμως που τον απασχόλησε περισσότερο από
κάθε άλλο ήταν οι Ελεύθεροι
Πολιορκημένοι. Οι Ελεύθεροι ήταν οι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου, στη
δεύτερη, μεγάλη πολιορκία, από το 1825 ως την απελπισμένη όσο και ηρωική έξοδο
της Κυριακής των Βαΐων του 1826. Ο Σολωμός συμπάσχει με τον δοκιμαζόμενο λαό
του Μεσολογγίου: οι κανονιές ακούγονται μέχρι τη Ζάκυνθο, και οι πρόσφυγες
Μεσολογγίτες γυρνούν στους δρόμους της Ζακύνθου ζητώντας ελεημοσύνη. Το ποίημα
όμως γράφεται πολύ αργότερα.
Στα δέκα τελευταία χρόνια
της ζωής του (1847-1857), ο Σολωμός είναι ιδιαίτερα παραγωγικός, δίχως όμως να
ολοκληρώνει όλα του τα ποιητικά έργα. Το σημαντικότερο από τα έργα εκείνης της
εποχής είναι ο Πορφύρας (1849), που
περιγράφει τον θάνατο ενός Άγγλου στρατιώτη από έναν καρχαρία στην Κέρκυρα.
Ο Σολωμός
πέθανε τον Φεβρουάριο του 1857, σε ηλικία 59 ετών. Η φήμη του ήταν τόσο μεγάλη,
ώστε, όταν μαθεύτηκε ο θάνατός του, η Ιόνιος Βουλή σταμάτησε τις εργασίες της,
και αποφάσισε να γίνει δημόσιο το πένθος για τον ποιητή.
Λίγα
χρόνια αργότερα, ο μαθητής του, Ιάκωβος Πολυλάς, συνέλεξε τα χειρόγραφα του
ποιητή, και εξέδωσε το 1859 τα Ευρισκόμενα
του ποιητή. Το 1864, οι πρώτες στροφές του Ύμνου εις την Ελευθερία ορίζονται ως ο Εθνικός ύμνος της Ελλάδας. Ο
Σολωμός θεωρείται λοιπόν δίκαια ηγέτης της Επτανησιακής Σχολής και ένας από
τους κορυφαίους ποιητές των νεοελληνικών γραμμάτων.
|