Ανδρέας Κάλβος
Σύγχρονος
του Σολωμού, σημαντικός και πλέον αναγνωρισμένος ποιητής, ο Ανδρέας Κάλβος
γεννήθηκε το 1792 στη Ζάκυνθο, από μητέρα αρχοντοπούλα, την Ανδριανή Ρουκάνη,
και πατέρα μικροαστό και τυχοδιώκτη, τον Ιωάννη Κάλβο. Το 1802, ο Ιωάννης Κάλβος
εγκαταλείπει τη σύζυγό του, παίρνοντας μαζί και τους δύο γιους του, τον Ανδρέα
και τον κατά δύο χρόνια μικρότερο Νικόλαο, και εγκαθίσταται στο Λιβόρνο.
Τα παιδικά
και νεανικά χρόνια του Κάλβου ήταν άχαρα, και στιγματίστηκαν από την έλλειψη
της μάνας και τη νοσταλγία για την πατρίδα του, τη Ζάκυνθο. Το Λιβόρνο όμως,
παρέχει στον φιλομαθή Ανδρέα Κάλβο την δυνατότητα να μορφωθεί και εκείνος έχει
εκεί την πρώτη του επαφή με τα ελληνικά γράμματα και την κλασική ελληνική και
λατινική αρχαιότητα. Ο Κάλβος όμως δεν κατορθώνει να λάβει συστηματική μόρφωση,
λόγω της άστατης οικογενειακής του ζωής. Το 1805 οι γονείς του παίρνουν
διαζύγιο, και ο νεαρός Ανδρέας εξακολουθεί να ζει με τον πατέρα του, τον οποίο
και ακολουθεί στα ταξίδια του.
Το 1812
είναι χρονιά ορόσημο για τον Κάλβο, καθώς από την μια χάνει τον πατέρα του, και
από την άλλη γνωρίζει τον Ούγο Φώσκολο, έναν από τους σημαντικότερους ποιητές
και λογίους της εποχής. Ο Φώσκολος γίνεται δάσκαλος και καθοδηγητής για τον
Κάλβο, τον οποίο μυεί στον νεοκλασικισμό, στα αρχαϊκά πρότυπα και στον πολιτικό
φιλελευθερισμό. Το 1813, ο Κάλβος, στη σκιά του Φώσκολου, γράφει στα ιταλικά
τρεις τραγωδίες, τις Θηραμένης, Δαναΐδες
και Ιππίας. Το 1816, ο ποιητής χάνει
και την μητέρα του, γεγονός που τον στιγματίζει βαθιά. Την ίδια χρονιά, ο
ποιητής καταφεύγει με τον Φώσκολο στην Αγγλία, όμως το 1817 η φιλία και η
συνεργασία τους διαλύονται, λόγω του στριφνού χαρακτήρα και των δύο.
Το 1824,
στη Γενεύη, ο Κάλβος τυπώνει την Λύρα, δέκα
πατριωτικές ωδές, και το 1826, στο Παρίσι, τυπώνονται τα Λυρικά, άλλες δέκα ωδές. Τα παραπάνω έργα αποτελούν την μοναδική
παρουσία του Κάλβου στην ελληνική ποίηση. Η ποιητική γλώσσα του Κάλβου είναι
ιδιόμορφη: αποτελεί κράμα καθαρεύουσας και δημοτικής, που εμπλουτίζεται με
αρχαϊκές εκφράσεις. Στις ωδές του αυτές υμνεί την Ελληνική Επανάσταση, αλλά όχι
μόνο: η πρώτη ωδή, ο Φιλόπατρις,
είναι ύμνος προς την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Ζάκυνθο, ενώ η ωδή Εις θάνατον αναφέρεται στον θάνατο της
πολυαγαπημένης του μητέρας. Ο Κάλβος αποτελεί μια τελείως ιδιότυπη περίπτωση
στα ελληνικά γράμματα, καθώς ενώ επιθυμούσε να γράψει για την πατρίδα του, ήταν
τελείως αποκομμένος από την ελληνική πραγματικότητα, παράδοση και γλώσσα, αφού
ζούσε για πάνω από 20 χρόνια στο εξωτερικό.
Το 1826, ο
Κάλβος αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα. Αρχικά πηγαίνει στο Ναύπλιο, κι
έπειτα στην Κέρκυρα (Αύγουστος 1826), όπου διδάσκει στην Ιόνιο Ακαδημία για ένα
διάστημα. Στο νησί θα παραμείνει για πάνω από 25 χρόνια, κι όμως γνωρίζουμε ελάχιστα
για την εκεί διαμονή του. Στα χρόνια αυτά, δεν δημοσιεύει κανένα ποιητικό έργο,
μόνον ορισμένα άρθρα σε τοπικές εφημερίδες. Το 1852 φεύγει ξαφνικά για την
Αγγλία, όπου παντρεύεται για δεύτερη φορά, και διευθύνει με την γυναίκα του ένα
παρθεναγωγείο στο Linconshire, ενώ
παράλληλα μεταφράζει και βιβλία για την αγγλικανική εκκλησία.
Πέθανε τον
Νοέμβριο του 1869, και τα οστά του μεταφέρθηκαν με τιμές στη Ζάκυνθο το 1960.
Το ποιητικό του έργο παρέμεινε ξεχασμένο για πολλά χρόνια, όμως το ανακάλυψε
ξανά ο Παλαμάς, κι έτσι, μετά από πολλά χρόνια, το ιδιότυπο έργο του Κάλβου
βρήκε την αναγνώριση που του άξιζε, και αποτέλεσε πηγή έμπνευσής για την
ποιητική γενιά του 1930.
|