Άγιος
Διονύσιος
Ο πολιούχος Άγιος της Ζακύνθου
αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχής του ζακυνθινού λαού, ο οποίος τον
περιβάλλει με περισσή αγάπη και σεβασμό.
Ο Άγιος
Διονύσιος ήρθε στον κόσμο γύρω στο 1547, δεύτερος γιος του ζακυνθινού άρχοντα
Νούκιου Σιγούρου και της αρχοντοπούλας Παυλίνας Βάλβη. Η οικογένεια των
Σιγούρων ήταν μια από τις αρχαιότερες και μεγαλύτερες της Ζακύνθου και είχε
καταγραφεί στο Libro
d’Oro. Ο Άγιος Διονύσιος, κατά κόσμον Δραγανίγος Σιγούρος, είχε έναν
μεγαλύτερο αδελφό, τον Κωνσταντίνο, και μια μικρότερη αδελφή, την Σιγούρα. Από
μικρός φανέρωσε την κλίση του για τα θεία, και δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για τα
προνόμια και τις ανέσεις που θα του εξασφάλιζε η αρχοντική του καταγωγή.
Τα παιδικά
του χρόνια τα πέρασε στη Ζάκυνθο, και τα πρώτα του γράμματα διδάχθηκε στο
«παιδικό σχολείο» του Νικολάου Καιροφύλα, ενός φωτισμένου ορθόδοξου ιερωμένου.
Ο Δραγανίγος διδάχθηκε ελληνικά, ιταλικά και λατινικά, και μελέτησε την Αγία
Γραφή, μαθητεύοντας στο πλάι ντόπιων και ξένων θεολόγων.
Το 1568
αποφασίζει να φορέσει το ράσο και χειροτονείται μοναχός, λαμβάνοντας το όνομα
Δανιήλ. Αποσύρεται στην Μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στα Στροφάδια. Είχε
ήδη αρχίσει να θαυματουργεί, και τα γραπτά τεκμήρια της εποχής μιλούν για έναν
άνθρωπο βαθιά καλοσυνάτο και ηθικό, ταγμένο στο σκοπό του, δίχως ποτέ να αμελεί
τους συνανθρώπους του.
Το 1577
χειροτονείται Αρχιεπίσκοπος Αιγίνης και Πόρου από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών
Νικάνορα, και παίρνει το όνομα Διονύσιος. Στην Αίγινα έζησε ως το 1578, και
ήταν ιδιαίτερα αγαπητός από τους Αιγινήτες. Η ιερά μονή όμως ήταν δίχως
ποίμνιο, λόγω της ερήμωσης του νησιού από τους πειρατές. Έτσι λοιπόν,
επιστρέφει στη Ζάκυνθο, όπου ο λαός τον υποδέχεται με μοναδική χαρά και
συγκίνηση. Ο Ιεράρχης Διονύσιος αναγράφεται από τους συμπολίτες του Ζακυνθίους
ως «Πρόεδρος Ζακύνθου».
Την
περίοδο εκείνη, υπήρχε μεγάλος αναβρασμός ανάμεσα στις αρχοντικές οικογένειες
της Ζακύνθου, πράγμα που έπληξε και την οικογένεια του Αγίου Διονυσίου: ο αδελφός
του Κωνσταντίνος δολοφονείται. Η παράδοση αναφέρει πώς ο φονιάς του
περιπλανήθηκε κυνηγημένος από τις Αρχές, ώσπου έφτασε στο μοναστήρι της
Αναφωνήτριας. Εξομολογείται εκεί στον Άγιο Διονύσιο το φριχτό του έγκλημα,
εκείνος τον συγχωρεί, και τον βοηθά κιόλας να δραπετεύσει μέσα τη νύχτα με μια
βάρκα, και να περάσει στην Κεφαλονιά. Η πράξη αυτή τελέστηκε από τον Άγιο για
να μπει τέλος στην αντιπαλότητα των αρχοντικών οικογενειών του νησιού. Ο ίδιος
παραμέρισε τα προσωπικά του αισθήματα, και έβαλε πάνω απ’ όλα το κοινό καλό και
την επικράτηση της ειρήνης. Το όνομα του φονιά έχει παραμείνει άγνωστο ως τις
μέρες μας, αφού όλα τα γραπτά τεκμήρια της εποχής σε Βενετία και Ζάκυνθο, σχετικά
με την δολοφονία του Κωνσταντίνου Σιγούρου, έχουν μυστηριωδώς εξαφανιστεί.
Ο Άγιος
Διονύσιος, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ευεργετούσε κρυφά τους απόρους,
φρόντιζε για την μόρφωση των μικρών παιδιών, και αποτελούσε υπόδειγμα
ποιμενάρχη. Θαυματουργούσε, όμως δεν ήθελε να γίνεται γνωστή η δράση του. Η
κοίμησή του έλαβε χώρα στις 17 Δεκεμβρίου του 1622, μετά από μακρά περίοδο
ασθενείας. Ζήτησε να ταφεί στα Στροφάδια, στη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Στην
ανακομιδή, διαπιστώθηκε ότι το λείψανο ήταν άθικτο, και θείες ευωδιές
αναδύονταν από τον τάφο. Το 1703 ανακυρήσσεται Άγιος από τον Πατριάρχη
Κωνσταντινουπόλεως Γαβριήλ. Το ιερό λείψανο μεταφέρεται στη Ζάκυνθο, μετά από
επίθεση των Τούρκων στα Στροφάδια.
Ο Άγιος
Διονύσιος ανακηρύσσεται επίσημα Πολιούχος του νησιού τον 18ο αιώνα,
και κρατά πάντα σημαντική θέση στην καρδιά των Ζακυνθίων, και το παράδειγμα της
ζωής και της μεγαλοσύνης του εμπνέει και συγκινεί ως και σήμερα. Η μνήμη του
εορτάζεται δύο φορές το χρόνο στη Ζάκυνθο: στις 17 Δεκεμβρίου, ημέρα επίσημου
εορτασμού του Αγίου, και στις 24 Αυγούστου, ημέρα της ανακομιδής του Λειψάνου
του από τα Στροφάδια στην Ζάκυνθο. |