Η
ζωγραφική στη Ζάκυνθο
Μετά την
Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους το 1453, πολλοί καλλιτέχνες που
ζούσαν εκεί αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν και να μεταφερθούν σε άλλα
κέντρα, όπως για παράδειγμα στα Επτάνησα, για να συνεχίσουν την καλλιτεχνική
τους δραστηριότητα. Το έργο των σπουδαίων ζωγράφων του 15ου αιώνα
αποτέλεσε πρότυπο και για τις επόμενες γενιές καλλιτεχνών.
Αργότερα,
με την Άλωση του Χάνδακα το 1669, πολλοί σημαντικοί καλλιτέχνες εγκαθίστανται
στις ενετοκρατούμενες περιοχές, για να μπορέσουν να εργαστούν ελεύθερα. Εκείνοι
αποτελούν ουσιαστικά την τελευταία σπουδαία γενιά της Κρητικής Σχολής, και
συνεχίζουν αυτήν ακριβώς τη ζωγραφική παράδοση .Παράλληλα όμως, αρκετοί από
αυτούς δέχονται επιδράσεις από τα κυρίαρχα καλλιτεχνικά ρεύματα της Δύσης, πράγμα
που οδήγησε σταδιακά στη δημιουργία ενός αυτόνομου καλλιτεχνικού μορφώματος στα
Επτάνησα, που αποτελούσε κράμα της κρητικής με την ιταλική ζωγραφική.
Η
Επτανησιακή λοιπόν ζωγραφική, που διαμορφώθηκε βάση αυτών των καλλιτεχνικών
επιρροών αλλά και έλαβε μεγάλη ώθηση λόγω των κοινωνικοπολιτικών συνθηκών που
κυριαρχούσαν στα Επτάνησα εκείνη την περίοδο, γνώρισε μεγάλη άνθηση κατά τον 17ο
και 18ο αιώνα.
Ένας από
τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Επτανησιακής ζωγραφικής είναι ο Παναγιώτης
Δοξαράς. Γεννήθηκε στη Μάνη το 1662, και αργότερα μετακόμισε με την οικογένειά
του στη Ζάκυνθο, όπου μαθήτευσε στο εργαστήρι του Ηλία Μόσκου μέχρι τα 27 του
χρόνια. Εκεί διδάχθηκε την βενετοκρητική τεχνική, και έργο του αυτής της
τεχνοτροπίας βρίσκεται στο ναό της Κυρίας των Αγγέλων στην πόλη της Ζακύνθου.
Αργότερα, αποφασίζει να πολεμήσει στο πλευρό της Βενετίας, όπου και γνωρίζει
μεγάλες επιτυχίες και χρίζεται ιππότης. Λόγω των στρατιωτικών του επιτυχιών,
πολλοί στρατιωτικοί ηγέτες του ανέθεσαν και την εκτέλεση ζωγραφικών έργων. Ο
Δοξαράς λοιπόν, επιστρέφει στη Ζάκυνθο, όπου και ρίχνεται στη δουλειά.
Εγκαταλείπει την καθιερωμένη χρήση της αυγοτέμπερας, και εισάγει την
ελαιογραφία, και την προοπτική απεικόνιση, και ανανεώνει την ζωγραφική
θεματολογία της εποχής. Ένα από τα κορυφαία έργα του είναι και η αγιογραφική
διακόσμηση της οροφής του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα στην Κέρκυρα. Πέθανε στην
Κέρκυρα το 1729.
Την
παράδοση του ζωγραφικού έργου του Δοξαρά συνέχισε ο γιός του Νικόλαος (Καλαμάτα
1700-Ζάκυνθος 1775),ο οποίος φιλοτέχνησε την οροφή της εκλησίας της Φανερωμένης
στη Ζάκυνθο, καθώς και εκείνη στον Άγιο Μηνά Λευκάδας, η οποία έχει πλέον
καταστραφεί.
Ένας από
τους μαθητές του Νικολάου Δοξαρά, ο Νικόλαος Κουτούζης, έμελλε να εξελιχθεί σε
μια πολύπλευρη και δυναμική προσωπικότητα. Ο Κουτούζης, που γεννήθηκε στη
Ζάκυνθο το 1741, σφράγισε με το πολύπλευρο έργο του μιαν ολόκληρη εποχή: υπήρξε
ιερωμένος, συγγραφέας και ζωγράφος. Ως συγγραφέας, θεωρείται πρόδρομος του
Σολωμού και στα έργα του στηλίτευσε την υποκρισία και τη διαφθορά των πολιτών
και του κλήρου. Ως ζωγράφος, συνέχισε επάξια την επτανησιακή παράδοση, και
ζωγράφισε πίνακες με θρησκευτικά θέματα (Βυζαντινό Μουσείο Ζακύνθου) καθώς και
προσωπογραφίες. Σε ένα σπουδαίο έργο του, την Λιτανεία του Λειψάνου του Αγίου Διονυσίου, απεικόνισε την ζακυνθινή
κοινωνία του καιρού του (1776), στα τελευταία χρόνια της ενετοκρατίας. Η
τεχνοτροπία του βασίστηκε ιδιαίτερα στην χρήση της φωτοσκίασης, την επιδέξια
απόδοση των προσωπογραφικών χαρασκτηριστικών, όσο και στην απόδοση της
συναισθηματικής κατάστασης των προσώπων.
Τέλος,
ιδιαίτερα σημαντικός ζωγράφος της Επτανησιακής Σχολής υπήρξε και ο Νικόλαος
Καντούνης. Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1768, και υπήρξε ιερέας στο ναό της
Ευαγγελίστριας. Αποτελούσε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και από τη θέση που
βρισκόταν, αγωνίστηκε με όλες του τις δυνάμεις για το Εθνικό ζήτημα. Ως
ζωγράφος, ασχολήθηκε με την προσωπογραφία και την αγιογραφία. Διαμόρφωσε ένα
προσωπικό ύφος, αφομοιώνοντας και εκφράζοντας δημιουργικά τις επιρροές που
δέχθηκε από το έργο του Κουτούζη αλλά και εκείνο Ιταλών και Φλαμανδών ζωγράφων.
Πέθανε στη Ζάκυνθο το 1834. |